βαθυκνήμις

βᾰθῠ-κνήμῑς, ῑδος,
A wearing high greaves, Q.S.1.55.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαθυκνήμις — ( ιδος), ο (Α) αυτός που φοράει υψηλές περικνημίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς + κνημίς < κνήμη «γάμπα»] …   Dictionary of Greek

  • βαθυκνήμιδα — βαθυκνήμις wearing high greaves fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυκνήμιδος — βαθυκνήμις wearing high greaves fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.